Going out

Είδαμε το προκλητικό και σκληρό «1984» με Πανταζάρα- Κουρή

By  | 

Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα του 1984, στα παρασκήνια της παράστασης, μου έκανε εντύπωση το πόσο πολύ το έργο αυτό είχε επηρεάσει την ψυχολογία των πρωταγωνιστών του και το πόσο πολύ τους είχε στιγματίσει…

«Πονάει η καρδιά μου», είχε πει χαρακτηριστικά ο Αργύρης Πανταζάρας και είχε απόλυτο δίκιο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να μείνει απαθής βλέποντας αυτό το προφητικό μυθιστόρημα-σταθμό του Όργουελ για την πολιτική σκέψη του 20ού αιώνα. Κανείς δεν βγαίνει ο ίδιος από την παράσταση αυτή, είτε έχει διαβάσει το βιβλίο εκ των προτέρων είτε όχι…

 

Η νέα διασκευή των Ρόμπερτ Άικι και Ντάνκαν Μακμίλαν, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Θέατρο Βασιλάκου σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, μπορεί να είναι λίγο πιο mainstream, μπορεί να εστιάζει με μία δόση υπερβολής στα βασανιστήρια του Ουίνστον Σμιθ, μπορεί να μην ικανοποιεί απόλυτα τους φανατικούς αναγνώστες του Όργουελ, καθώς δε βυθίζει τη σκέψη τους σε άγνωστες πολιτικές ατραπούς, δημιουργεί, όμως, μία αποπνικτική ατμόσφαιρα αντικατοπτρίζοντας με σαφήνεια όλα όσα ζούμε σήμερα, στην εποχή του ίντερνετ και των social media. Και εδώ είναι, που ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα από τα μεγάλα ερωτήματα και ζητήματα της τέχνης του θεάτρου, αναφορικά με τα όριά της και με το κατά πόσο θεωρείται αρκούντως υψηλή όταν απευθύνεται σ’ ένα πολύ περιορισμένο κομμάτι κοινού, αυτού του πιο ψαγμένου, εναλλακτικού και απολύτως θεατρόφιλου και εμπορική όταν απευθύνεται στο ευρύ κοινό.

Η παράσταση αυτή που έστησε με ξεχωριστή μαεστρία η Κατερίνα Ευαγγελάτου ισορροπεί άριστα, σχεδόν υποδειγματικά στο παραπάνω ερώτημα, καθώς αποδεικνύει πώς τελικά όλοι μπορούν και πρέπει να έρθουν σε επαφή μ’ ένα σύμπαν, όπως το οργουελικό, όπου το άτομο έχει χάσει την ατομικότητα και σημαντικότητά του,  όπου το μυαλό του άγεται και φέρεται από άλλους, όπου η λέξη «εαυτός» και «σκέψη» δεν υφίσταται.

Αυτό ακριβώς το σύμπαν όρθωσε στα μάτια μας μ΄ ένα κείμενο δυστοπικό, «πετώντας» μας να κολυμπήσουμε σ΄ έναν κόσμο απολυταρχισμού, δυστυχίας και απόλυτης καταπίεσης, όπου η αμείωτη προπαγάνδα του καθεστώτος, η συνεχής παρακολούθηση όλων των πολιτών και ο έλεγχος της ανθρώπινης σκέψης, αποτελούν τις βασικές δομές του.

 

Το στοίχημά της Ευαγγελάτου ήταν εξ αρχής εξαιρετικά δύσκολο, καθώς η παράσταση δεν διακρίνεται καν από μία στρωτή γραμμική αφήγηση και ροή, αλλά είναι ιδωμένη μέσα από το χαοτικό μυαλό του Ουίνστον / Όργουελ, ο οποίος συνομιλεί με τα βιώματα του παρελθόντος, το παρόν, αλλά και το μέλλον… Σ΄ αυτόν τον οδυνηρό εφιάλτη του ήρωα δίνει σάρκα και οστά  -ειδικά στο πρώτο μέρος- αποσπασματικά, με πολύ γρήγορους, σχεδόν κινηματογραφικούς ρυθμούς, με πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν περισσότερο ένα σύμβολό, παρά ένα ρόλο, αλλά και με σκηνές ωμής βίας και άκρατου σκηνικού ρεαλισμού που σπάνια βλέπουμε στο σανίδι και που σοκάρουν πολλούς από τους θεατές.
Έξοχα βιβλιο-αναφορικό το βαρύ εργοστασιακό, ψυχρό και πολυεπίπεδο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, αλλά και οι προσεγμένοι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου που το αναδεικνύουν. Οι δεσπόζουσες τηλεοπτικές οθόνες παρακολούθησης, η ταυτόχρονη κινηματογράφηση πολλών κρίσιμων ορατών και «τυφλών» σκηνών και η προβολή των προγραμμάτων του κόμματος δημιουργούσαν μία σχεδόν τρομακτική αίσθηση παρακολούθησης όχι μόνο εκ των… έσω, αλλά και από την πλευρά των ίδιων των θεατών που με τη σειρά τους «κρυφοκοιτούσαν» την ιστορία σαν να ήταν οι ίδιοι το Κόμμα… Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στη μουσική του Γιώργου Πούλιου που «έντυσε» τα επί σκηνής δρώμενα μ’ ένα ξεχωριστό άρωμα από θρίλερ.

 

Η παράσταση αυτή ευτύχησε στη διανομή της, καθώς και οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές της (Πανταζάρας-Κουρής- Δροσάκη) κατάφεραν να διεισδύσουν στο μεδούλι των προσωπικοτήτων των ηρώων τους, ενώ απέπνεαν μία εξαιρετική χημεία, αλλά και μία ιδιαίτερη σωματικότητα που προσέδιδε μία ξεχωριστή αύρα στις ερμηνείες τους.
Ο Αργύρης Πανταζάρας υπερβαίνει εαυτόν για άλλη μία φορά – μετά τον έξοχο Μεφιστοφελή που μας είχε χαρίσει στον Φάουστ την προηγούμενη σεζόν- και ενσαρκώνει τον κεντρικό ήρωα του έργου ψυχή τε και σώματι. Ο Γουίνστον Σμιθ τολμά να διαφοροποιηθεί σ΄ έναν κόσμο σχεδόν πολτοποιημένο, όπου δεν υφίσταται ατομική ελευθερία, όπου τα αυτονόητα δεν ισχύουν, όπου «δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι», γιατί πολύ απλά σου υπαγορεύουν τα πάντα έξωθεν.Επιθυμεί να παραμείνει λογικός,  κόντρα σε μία κοινωνία που έχει απολέσει κάθε λογική, επιθυμεί να χτίσει τα θεμέλια του μέλλοντος αποτινάσσοντας τις αλυσίδες της πνευματική του δουλείας. Και όλα αυτά μέσα σε μια πλήρη… ματαιότητα. Εξαιρετικός ο Νίκος Κουρής στο ρόλο του Ο’Μπράιεν. Άτεγκτος, ωμός, κατασπαράσσει και την τελευταία ρανίδα ελευθερίας του Ουίνστον και τον ισοπεδώνει στο κρεβάτι των βασανιστηρίων, καθώς σαν alter ego του τον παρασύρει στην βαθύτερη περιοχή του εαυτού του. Στο ίδιο μήκος κινείται και η ερμηνεία της Λένας Δροσάκη στο ρόλο της Τζούλια, της μυστηριώδους γυναίκας του έργου.

Αξίζει να δει κάποιος το 1984; Επιβάλλεται θα λέγαμε, καθώς καταδεικνύει με ανατριχιαστικό τρόπο πως τελικά ο κόσμος μας δεν θα αλλάξει ποτέ και με καμία επανάσταση…

Γεωργία Οικονόμου
[email protected]

http://www.tff.gr/